Συνάδελφοι,

Αποκλεισμένοι θεσμικά από τη διαπραγματευτική ομάδα και δίχως επίσημη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, για την κατάθεση του πλαισίου προς διαπραγμάτευση της νέας Επιχειρησιακής Σύμβασης, επιλέγουμε να παρέμβουμε.

Η σιωπή δεν αποτέλεσε ποτέ κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας μας και η αξιοπιστία – για όλους – κρίνεται στο αποτέλεσμα, όχι στις ανακοινώσεις.

Η ανάγκη των εργαζομένων και η αφετηρία μας, ήταν και παραμένει σαφής: χρειάζεται συγκροτημένο, τεκμηριωμένο και ρεαλιστικό πλαίσιο διεκδίκησης — ένα πλαίσιο που σίγουρα δεν θυσιάζει τους κλαδικούς θεσμούς για χάρη μιας βραχύβιας επικοινωνιακής εντύπωσης. Και αυτό – δυστυχώς – δεν γράφτηκε σε προηγούμενη ανακοίνωσή μας ως πρόβλεψη, αλλά σήμερα φοβόμαστε ότι μπορεί να αποτελέσει γεγονός.

Παρά ταύτα, σε τέσσερις συναντήσεις μέσα σε έξι εβδομάδες, η Διοίκηση «αναγνωρίζει επί της αρχής» χωρίς αριθμούς, χωρίς αντιπρόταση, το πνεύμα των αιτημάτων. Καθυστερεί και αποφεύγει να απαντήσει και αυτό δεν είναι τυχαίο.

Το Στρατηγικό Σχέδιο 2026–2030 προβλέπει – για δεύτερη φορά από το 2024 – αύξηση της μισθοδοσίας που φτάνει το 27% συμπεριλαμβάνοντας τις μεταβλητές αποδοχές, που θα ανέλθουν στο 12% επί του συνόλου (δηλ. ~€50 εκ. σε bonus και παροχές σε είδος). Το ποσό αυτό (των €50εκ. ετησίως σε bonus) υπολείπεται του ποσού που απαιτείται για την ορθή εφαρμογή των κλιμακίων και της πολυετίας, τεκμήριο που αναδεικνύει ότι το ζήτημα για την Τράπεζα, δεν είναι ότι το «κόστος είναι υψηλό» αλλά είναι καθαρά ζήτημα επιλογής και κατεύθυνσης.

Αυτή η στρατηγική ήταν γνωστή πριν αρχίσει η διαπραγμάτευση και παρά ταύτα η διαπραγματευτική ομάδα εστίασε ηθελημένα αλλού.

Για την οικονομία της ανακοίνωσης, πέντε σχετικά ερωτήματα απευθύνουμε στη διαπραγματευτική ομάδα, χωρίς ρητορική διάθεση και με πλήρη σαφήνεια:

· Πρώτο: γιατί δεν υπάρχει στο διεκδικητικό πλαίσιο η αύξηση και η πλήρης επέκταση της υφιστάμενης ρήτρας μη συμψηφισμού, ώστε οι κλαδικές αυξήσεις να φτάνουν πραγματικά σε όλους, όπως παραδέχεται ότι δεν συμβαίνει σήμερα, το ίδιο το προοίμιο του πλαισίου διεκδίκησης και η διαπραγματευτική ομάδα;

· Δεύτερο: πώς δικαιολογείται η πλήρης απουσία του ζητήματος κλιμακίων-πολυετίας 2012–2023 από το πλαίσιο διεκδίκησης όταν είναι στην κορυφή των διεκδικήσεων του κλάδου;

· Τρίτο: έχει αξιολογηθεί πώς θα χρησιμοποιήσει η εργοδοσία τον αριθμό €300 στην επόμενη Κλαδική διαπραγμάτευση του 2028 εφόσον αυτό υπογραφεί ως ένα θετικό στην επικοινωνία αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης;

· Τέταρτο: πώς συμβιβάζεται ένα ενιαίο απόλυτο ποσό για όλους, που διατηρεί με αυτόν τον ισόποσο τρόπο τις εσωτερικές μισθολογικές ανισότητες, με τον στόχο ισορρόπησής τους που η ίδια η αιτιολογική έκθεση του πλαισίου ορίζει;

· Πέμπτο: σε ποιον χρονικό ορίζοντα τα €300 αύξησης μέσω της Επιχειρησιακής παράγουν ισχυρότερη και διαρκέστερη προστασία από ό,τι η αύξηση της ρήτρας μη συμψηφισμού ή  η αποκατάσταση κλιμακίων και πολυετίας; Για χάρη της ανάγκης αυξήσεων δεν μπορούμε να απομακρυνθούμε και κυρίως να αποστούμε από τους συλλογικούς μας θεσμούς που μας έχουν συγκροτήσει ως κλάδο.

Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι η συζήτηση που όφειλε να γίνει στο Δ.Σ. του Σ.Ε.Τ.Π. πριν κατατεθεί το πλαίσιο. Δεν έγινε. Μπορεί ακόμα να γίνει. Σε αυτήν την κατεύθυνση ζητήσαμε από το Προεδρείο την προβλεπόμενη συνεδρίαση του ΔΣ.

Εκτιμούμε βαθιά, ότι η διαπραγματευτική ομάδα  αντιμετωπίζει χωρίς αντίδραση τον πειρασμό της «βραχυπρόθεσμης νίκης», της εντυπωσιακής αύξησης σε ένα γύρο διαπραγμάτευσης,  που το τελικό αποτέλεσμα αναιρεί τη θεσμική υποδομή που εξασφαλίζει τις αυξήσεις σε βάθος χρόνου. Ο πειρασμός αυτός είναι ιδιαίτερα ισχυρός σε συγκυρίες ισχυρής  κερδοφορίας, ακριβώς διότι φαίνεται ευχερής η απόσπαση ενός μεγάλου ποσού από έναν κερδοφόρο εργοδότη.

Η θέση μας είναι σταθερή: η επιλογή αμιγώς μιας τέτοιας στρατηγικής που ακολουθεί η διαπραγματευτική ομάδα, τρέφει έναν κύκλο υποβάθμισης που ο δρόμος του, όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις, δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η Κλαδική με αυτή την στρατηγική  υποβαθμίζεται και περνά στο περιθώριο από το επίκεντρο.

Διεκδικητικό Πλαίσιο ΕΣΣΕ 2026

Αυτό το περιεχόμενο είναι ένα συγκροτημένο, υπεύθυνο και θεσμικό διεκδικητικό πλαίσιο και αυτό απαιτούν οι εργαζόμενοι ως αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης μιας επιχειρησιακής σύμβασης. Αυτό εντέλλεται η διαπραγματευτική ομάδα να επιτελέσει, αξιοποιώντας κάθε μέσο και τρόπο για την ευόδωσή του. 

Προς τη Διοίκηση, θέτουμε το ερώτημα που κάθε απολογισμός αφήνει αναπάντητο: πότε η εξαιρετική επίδοση μετουσιώνεται σε εξαιρετική ευθύνη; Μια τράπεζα με κέρδη €1,1 δισ., προσωπικό με απόδοση καθαρής προστιθέμενης αξίας ανά εργαζόμενο υψηλότερη κατά 30% σε σχέση με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό μέσο και με εργοδοτικό κόστος κατά 34% χαμηλότερο (στοιχεία Wage Adjusted Labour Productivity, Eurostat), δεσμευμένη για διανομή ~€5 δισ. στους μετόχους, με το χαμηλότερο δείκτη Cost to Income, δεν αντιμετωπίζει οικονομικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει πρόβλημα επιλογής.

Για τη Συλλογική Ενότητα, η αποκατάσταση της δωδεκαετίας δεν θα έπρεπε να είναι βάρος αλλά η επένδυση που κάνει μια τράπεζα που έχει αποφασίσει τι θέλει να είναι.

Άλλες μεγάλες επιχειρήσεις στη χώρα, Υπεραγορές Σκλαβενίτης και ΔΕΛΤΑ Τροφίμων το απέδειξαν και το εφαρμόζουν με συλλογική σύμβαση: καμία αρνητική οικονομική επίπτωση, ενισχυμένη αξιοπιστία ως εργοδότες.

Υπογραμμίζουμε δε, ότι η ίδια η Διοίκηση έχει θέσει στρατηγικό στόχο σύγκλισης των αμοιβών στην Τράπεζα με τις άλλες συστημικές τράπεζες,  στόχος που δεν επιτυγχάνεται μέσω bonuses αλλά μέσω δομικής αποκατάστασης του μισθολογικού ιστού και μέσω σταθερών αυξήσεων. Η αναγνώριση των κλιμακίων-πολυετίας 2012–2023 είναι ακριβώς αυτό: η θεμελιώδης πράξη σύγκλισης.

Μια τράπεζα που θέλει να είναι εργοδότης πρώτης επιλογής σε μια ολοένα πιο ανταγωνιστική αγορά εργασίας, που φιλοδοξεί να ελκύει ταλέντα και να διατηρεί έμπειρο προσωπικό, οφείλει να κατανοήσει ότι η αξιοπιστία δεν κατασκευάζεται μόνο με δείκτες αποδοτικότητας, αντίθετα, δημιουργείται  με κουλτούρα και με πράξεις που τεκμηριώνουν τον σεβασμό στους ανθρώπους και στους θεσμούς του κοινωνικού διαλόγου.

Συναδέλφοι,

Το Προσωπικό της Τράπεζας ζητά εκείνο που παραγάγουν να τους επιστρέφεται σε κατοχυρωμένη, θεσμική και διαρκή μορφή με ιεράρχηση και δομή. Η αξιοπρέπεια της εργασίας είναι ζήτημα θεσμικής δικαιοσύνης, και αυτή δεν διαπραγματεύεται. Διαπραγματεύεται ο τρόπος, η σειρά, η σωστή θεσμική αρχιτεκτονική. Αυτό ακριβώς θέλουμε να αναδείξουμε και να προσφέρουμε: όχι θόρυβο, αλλά ευκρίνεια, όχι εντύπωση, αλλά συνέπεια,  όχι υπόσχεση ενός αριθμού για αύξηση μισθού, αλλά την κατοχύρωση αρχών και υπεράσπισης των θεσμών του κλάδου.

Όσα ο κλάδος κατέκτησε με αγώνες δεκαετιών δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνεται αντικείμενο βιαστικής εκποίησης έναντι οποιασδήποτε υλικής ή επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας. Οι θεσμοί δημιουργούν την αξία για τον συνάδελφο. Όχι το αντίστροφο.

Η Συλλογική Ενότητα παραμένει εδώ. Απαιτώντας. Τεκμηριώνοντας. Υπεύθυνα  για το παρόν και το μέλλον όλων, με όραμα και ρεαλισμό.