Οι Συμφωνίες δεσμεύουν τους υπογράφοντες

Η απόφαση για τους 35 της πρώην OELD θέτει τη Διοίκηση ενώπιον της ίδιας της υπογραφής της και τους εκπροσώπους των εργαζομένων ενώπιον της ευθύνης εφαρμογής.

Η δικαστική απόφαση για τους 35 συναδέλφους της πρώην OELD είναι μια πολύ σημαντική νίκη. Οι συνάδελφοι επιστρέφουν στην Τράπεζα και έχει πραγματικά σημασία σήμερα (έτσι ορίζει η Δικαστική Απόφαση).

Η απόφαση του Δικαστηρίου, αναγνώρισε ολοκάθαρα – ως ισχυρό τεκμήριο τη δεσμευτικότητα της Συμφωνίας που είχε υπογραφεί μεταξύ ΣΕΤΠ και Τράπεζας Πειραιώς και- ειδικότερα – την υποχρέωση της Τράπεζας για επαναπρόσληψη των συναδέλφων, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συμφωνίας.

Και αφού κατόπιν της απόφασης, «ελάλησαν» όλοι -ακόμα και οι πιο επιφυλακτικοί – οι συνδικαλιστικοί φορείς για νίκη – έχουμε συνηθίσει άλλωστε, να εμφανίζονται στις νίκες «πατερούληδες» – έρχεται και η πραγματικότητα: Η δικαστική προσφυγή, είναι το μέσο διεκδίκησης και υπεράσπισης ενός δικαιώματος. Δεν αποτελεί όμως συνδικαλιστική νίκη. Η συνδικαλιστική κατάκτηση, (και) στην περίπτωση αυτή, είναι η Συλλογική Συμφωνία που κατοχυρώνει το δικαίωμα των συναδέλφων μας αυτών, που τόσο ταλαιπωρήθηκαν από συνδικαλιστές και εργοδότη.

Η συγκεκριμένη Συμφωνία, έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και υπογράφηκε το 2023, σε μια περίοδο που κάποιοι επέλεγαν να την αμφισβητούν και να την απαξιώνουν. Για τη Συλλογική Ενότητα είναι αυτονόητο ότι η «πατρότητα» μιας τέτοιας κατάκτησης ανήκει σε εκείνους που την πέτυχαν, τη διαπραγματεύτηκαν και την υπέγραψαν.

Και επειδή η μνήμη στο συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, ας θυμηθούμε και τη στάση των άλλων Συλλόγων.

Ο ΣΕΤΑΠ, λίγες μόλις ημέρες μετά την υπογραφή της, επιτέθηκε στον ΣΕΤΠ για τη συγκεκριμένη συμφωνία, μιλώντας για «συμφωνίες μεγάλες σε λόγια και πενιχρές σε αποτελεσματικότητα» και καταγγέλλοντας ότι η απόσχιση είχε «ντυθεί με συμφωνία».

Ο δε ΣΕΥΤΠΕ, τον Δεκέμβριο του 2025, χαρακτήριζε τις σχετικές συμφωνίες «κενό γράμμα» και τον ΣΕΤΠ «εργοδοτικό σύμμαχο». Σήμερα, όμως, και οι δύο Σύλλογοι πανηγυρίζουν για μια δικαστική απόφαση που αναγνώρισε ακριβώς τη δεσμευτικότητα της Συμφωνίας. Καλώς τη θυμήθηκαν. Και ας θυμούνται πλέον ότι η πραγματική προστασία των εργαζομένων, δεν έρχεται μέσα από «φθηνό» συνδικαλισμό που απλώς χαϊδεύει αυτιά για ψηφοθηρικούς σκοπούς.

Τα παραπάνω όμως αποτελούν συνήθεις (δυστυχώς) συνδικαλιστικές αντεγκλήσεις. Το σπουδαιότερο όλων, είναι η στάση της  Διοίκησης της Τράπεζας. Οφείλει οριστικά να αποδεχθεί και να κατανοήσει, ότι οι Συλλογικές Συμφωνίες που υπογράφει με τους εργαζόμενους και τους εκπροσώπους τους δεν είναι διακοσμητικές. Είναι δεσμεύσεις που πρέπει να τηρούνται. Όταν η Διοίκηση αμφισβητεί ή παρακάμπτει τις Συμφωνίες που έχει υπογράψει, πλήττει την αξιοπιστία της απέναντι στους εργαζόμενους, αλλά και απέναντι στην Κοινωνία. Η επίκληση επίτευξης στόχων, οι δείκτες και τα οικονομικά αποτελέσματα δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για την καταστρατήγηση συμφωνημένων δικαιωμάτων.

Η Διοίκηση οφείλει τώρα να συμμορφωθεί άμεσα και πλήρως με τη Δικαστική Απόφαση. Εάν δεν το πράξει, θα είναι και πάλι υπόλογη για την παραβίαση μιας δικαστικής απόφασης και μιας συμφωνίας που η ίδια έχει υπογράψει. Το ίδιο υπόλογοι θα είναι και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, οι Σύλλογοι και η ΟΤΟΕ, εάν δεν κάνουν ό,τι απαιτείται για να επιβληθεί στην πράξη η απόφαση και να επιστρέψουν οι συνάδελφοι στην Τράπεζα Πειραιώς.

Δεν αρκούν οι ανακοινώσεις και οι πανηγυρισμοί. Η δικαίωση ολοκληρώνεται μόνο όταν το δικαίωμα αποκαθίσταται στην πράξη.

Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχουν υπάρξει και στο παρελθόν περιπτώσεις καταχρηστικών απολύσεων εργαζομένων σε τράπεζες, οι οποίες κρίθηκαν δικαστικά υπέρ των εργαζομένων, χωρίς όμως να έχει αποκατασταθεί η εργασιακή τους σχέση. Αυτό δεν μπορεί να αποτελεί προηγούμενο. Και στις περιπτώσεις αυτές, ισχύει το παραπάνω. Και αν οι Διοικήσεις των τραπεζών παρανομούν, μη σεβόμενες την απόφαση του Δικαστηρίου, αντίστοιχη ευθύνη έχουν και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που δεν το επιβάλουν.

Αρκετά έχει αποδυναμωθεί το συνδικαλιστικό κίνημα από τον λαϊκισμό, την υπεραπλούστευση, τη μισή αλήθεια, τις εκ των υστέρων πανηγυρικές ανακοινώσεις, την προσπάθεια οικειοποίησης κάθε θετικής εξέλιξης και την αποποίηση κάθε αρνητικής.

Οι εργαζόμενοι χρειάζονται ένα ισχυρό, συνθετικό και διεκδικητικό συνδικαλιστικό κίνημα. Ένα κίνημα που παρεμβαίνει, διεκδικεί, διαπραγματεύεται και πετυχαίνει δεσμευτικές λύσεις. Που δημιουργεί σχέσεις εμπιστοσύνης με τους εργαζόμενους και τους κάνει να αισθάνονται ασφαλείς απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία, την επαγγελματική απαξίωση των συναδέλφων, τη μισθολογική υστέρηση.

Αυτές είναι οι κατευθύνσεις και οι καταβολές μας διαχρονικά. Με αυτές θα βρισκόμαστε και  στην επικείμενη ενοποίηση των Συλλόγων, όπως αποφασίστηκε από τις πρότερες Γενικές Συνελεύσεις.

Η αξιοπρέπεια στην εργασία δεν είναι ένα δώρο που περιμένουμε παθητικά να γίνει από άλλους. Είναι κατάκτηση που χτίζουμε, υπομονετικά με όραμα. Κανείς δεν θα τη χτίσει για λογαριασμό μας. Όλοι μαζί, ωστόσο, μπορούμε να  την αναγεννήσουμε και να την κατακτήσουμε πραγματικά.